Ιστορία

Στη δυτική Πελοπόννησο, στην πανέμορφη κοιλάδα του ποταμού Αλφειού, άνθισε το πιο δοξασμένο ιερό της αρχαίας Ελλάδας, που ήταν αφιερωμένο στον πατέρα των θεών, τον Δία. Εδώ γεννήθηκαν οι σπουδαιότεροι αγώνες της αρχαίας Ελλάδας, οι Ολυμπιακοί, που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν του Δία, ένας θεσμός με πανελλήνια ακτινοβολία και λάμψη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Οι παλαιότερες ενδείξεις ανθρώπινου στοιχείου στην περιοχή ανάγονται στην 4η χιλιετία π.Χ. Ίχνη κατοίκησης έχουν επίσης βρεθεί και για την εποχή του Χαλκού ενώ στην Πρωτο Ελλαδική εποχή αποδίδονται και τα πρώτα οικιστικά ίχνη. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, τον 11ο αιώνα π.Χ. στην ευρύτερη περιοχή της Ολυμπίας εγκαταστάθηκαν οι Αιτωλοί, με αρχηγό τον Όξυλο, οι οποίοι ίδρυσαν το κράτος της Ήλιδας.

Γύρω στο 10ο - 9ο αι. π.Χ. άρχισε να διαμορφώνεται η Άλτις, το ιερό άλσος που ήταν κατάφυτο με αγριελιές, πεύκα, πλατάνια, λεύκες και δρυς. Τότε καθιερώθηκε η λατρεία του Δία και η Ολυμπία από τόπος κατοίκησης έγινε τόπος λατρείας.

Τον 9ο αιώνα π.Χ. η Ολυμπία ήταν ήδη ένας ιερός τόπος που προσήλκυε πολλούς προσκυνητές. Αυτό το πυκνό ρεύμα των επισκεπτών μαρτυρείται από το μεγάλο πλήθος αναθημάτων που έφταναν στη Ολυμπία όχι μόνο από τη γύρω περιοχή αλλά και από τόπους της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας.

Σημαντικότατη τομή στην ιστορία της Ολυμπίας αποτέλεσε το έτος 776 π.Χ. οπότε κατά την παράδοση, ο Σπαρτιάτης Λυκούργος ήρθε σε συμφωνία με τον βασιλιά της Ήλιδος, Ίφιτο, για την τέλεση λατρευτικών εορτών στην Ολυμπία. Μέρος της συμφωνίας ήταν ότι κατά τις εορτές θα επικρατούσε εκεχειρία σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Η ακμή της περιοχής συνεχίστηκε και κατά τους κλασικούς χρόνους ενώ κατά τη ρωμαϊκή εποχή πολλά μνημεία συλήθηκαν ενώ αφιερώματα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης απομακρύνθηκαν για να κοσμήσουν ρωμαϊκές επαύλεις.

Η λειτουργία του συνεχίσθηκε κανονικά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το 393 μ.Χ. έγιναν οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες και λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄, με διάταγμά του απαγόρευσε οριστικά την τέλεσή τους, ενώ επί Θεοδοσίου Β΄, επήλθε η οριστική καταστροφή του ιερού (426 μ.Χ.). Στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. επάνω στα ήδη ερειπωμένα κτίσματα αναπτύχθηκε μικρός χριστιανικός οικισμός.

Ο χώρος υπέστη αργότερα πολλές καταστροφές από φυσικά αίτια και κατά τον 9ο αιώνα ο χώρος εγκαταλείφθηκε και ερημώθηκε. Με την πάροδο του χρόνου καλύφθηκε πολλά μέτρα κάτω από τη γη με τη βοήθεια του χείμαρρου Κλαδέου και τη διάβρωση του εδάφους του Κρόνιου Λόφου. Η ανακάλυψη του ιερού οφείλεται στον Άγγλο Ρίτσαρντ Τσάντλερ το 1766.

Η πρώτη ανασκαφή στο χώρο διεξήχθη το 1829 από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στην Πελοπόννησο, με επικεφαλή το στρατηγό N. J. Maison. Η συστηματική έρευνα του ιερού άρχισε το 1875 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και με διακοπές συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Παράλληλα με το ανασκαφικό έργο σε όλο το χώρο του αρχαίου ιερού πραγματοποιούνται έργα συντήρησης και αναστήλωσης

Πέρα όμως από την αρχαία Ολυμπία στην περιοχή αναπτύχθηκαν και άλλοι οικισμοί η ιστορία των οποίων μας οδηγεί σε μεγάλο βάθος χρόνου. Ένας τέτοιος οικισμός είναι η Ηράκλεια, η οποία ήταν κώμη της αρχαίας Ηλείας στην περιοχή της αρχαίας Πισάτιδας.

Ένδειξη κατοίκησης της περιοχής ήδη από τα προϊστορικά χρόνια υπάρχει και στα Άσπρα Σπίτια όπου έχουν αποκαλυφθεί ίχνη προϊστορικού οικισμού ο οποίος κατοικήθηκε μέχρι και τους νεολιθικούς χρόνους. Κοντά στο χωριό κατά την αρχαιότητα υπήρχε ιερό του Ηρακλή . Το ιερό βρισκόταν δίπλα στον Ερύμανθο ποταμό και είχε χτιστεί στο σημείο που ο ήρωας είχε σκοτώσει τον ληστή Σαύρο.

Σημαντικό επίσης ρόλο για την ιστορία της περιοχής έπαιξε και η αρχαία πόλη Λασιών στο κέντρο της Αρχαίας Φολόης, της σημερινής Κάπελης, ονομαστής και αξιόλογης πόλης της Ακρώρειας. Το όνομα της πόλης προέκυψε από τον Λάσιο (σκιερός τόπος), ο οποίος ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ιπποδάμειας, που νικήθηκε στην Αρματοδρομεία από τον Οινόμαο και στην συνέχεια σκοτώθηκε όπως όλοι, εκτός από τον Πέλοπα.

Το κάστρο της πόλης, το οποίο ανακάλυψε και περιέγραψε ο Welker το 1842, είναι χτισμένο σε θέση που είναι φτιαγμένη από τη φύση της να χρησιμεύει σαν φρούριο και σήμερα είναι γνωστή ως (βράχος) Κούτι ή Παλιόκαστρο. Αρκετοί ιστορικοί είχαν αναφερθεί στον οικισμό χωρίς όμως να μπορούν να τον ταυτίσουν.

O Λασιών, όπως και οι άλλες πόλεις τις Ακρώρειας, δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκαε, φαίνεται όμως ότι υπήρχε το 748 π.Χ. καθώς ο Φείδων βασιλιάς του Άργους, όταν κυρίεψε τον Λασιώνα, έφερε το θησαυροφυλάκιό του για ασφάλεια στο φρούριο. Από τότε και έπειτα η ιστορία της πόλης είναι πολυτάραχη, καθώς η περιοχή αποτελεί πεδίο μάχης αλλά και διεκδίκησης μεταξύ Ηλείων, Αρκάδων και Λακεδαιμονίων. Οι πόλεις της Ακρώρειας δέχονται συνεχώς επιθέσεις και λεηλασίες, άλλοτε από τους Ηλείους και άλλοτε από τους Αχαιούς και τους Αρκάδες ενώ η πόλη καταστράφηκε από τον Φίλιππο τον Ε'.

Σημαντική ήταν η σύνδεση του Λασιώνα και με την Ολυμπία μιας και έστελνε Ελλανοδίκη γυναίκα στα Ηραία. Οι γυναίκες Ελλανοδίκες ύφαιναν πέπλο, με το οποίο έντυναν το άγαλμα της Ήρας. 

Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια επικρατεί σχετική ηρεμία στην περιοχή καθώς οι Ρωμαίοι ευεργετούν τις Ηλειακές πόλεις και το Λασιώνα με πλουσιοπάροχες δωρεές λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων ενώ παράλληλα συρρέουν σε όλη την περιοχή άνθρωποι από όλη τη γνωστή δύση (αθλητές και θεατές) φέρνοντας πλούτο. Αντίθετα όμως οι Γότθοι επιδρομείς το 267 μ.Χ. έβλαψαν όλη την Ηλεία και προκάλεσαν ολοσχερείς καταστροφές σε όλες τις πόλεις της Ακρώρειας.

Η ολική καταστροφή όμως έρχεται τον 6ο αιώνα (522 μ.Χ.) με το μεγάλο σεισμό που συγκλονίζει την Ηλεία και την Αχαΐα. Όσα μνημεία σώζονταν, καταρρέουν, ενώ τότε φαίνεται ότι καταρρέει και ο ναός του Δία της Ολυμπίας. Επιπλέον, μεγάλες μετακινήσεις και κατολισθήσεις όγκων χωμάτων μετατοπίζουν τις κοίτες των ποταμών και γενικά προξενούν μεγάλες μεταβολές στη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμη και των ακτών, κλείνοντας έτσι την ιστορική διαδρομή των πόλεων της Ακρώρειας. Όσοι από τους κατοίκους σώθηκαν έχτισαν τα σημερινά χωριά.

Μεγάλη οικιστική ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή, κυρίως στα ορεινά κατά τον 10ο, 11ο και 12ο αιώνα, οπότε πολλοί οικισμοί δημιουργήθηκαν από μετακινήσεις πληθυσμών αλλά και έλευση στην περιοχή Σλάβων (Εζεριτών) και άλλων φύλων. Αρκετοί είναι οι οικισμοί που απογράφηκαν από τους Οθωμανούς το 1461 αλλά και στην απογραφή Grimani το 1700.

Στην πιο σύγχρονη ιστορία της περιοχής, σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξαν τα χωριά της περιοχής στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, της ενδιάμεσης Ενετοκρατίας αλλά και της Επανάστασης του 1821. Τέτοια περίπτωση αποτελεί το χωριό Αντρώνι με τα γειτονικά του Κούμανι και Γιάρμενα που έδωσαν ομηρικές μάχες στη χαράδρα που τα χωρίζει. Σημαντικός επίσης και ο ρόλος του χωριού Κρυόβρυση αλλά και της Λάμπειας, όπου μάλιστα στο ναό Ζωοδόχου Πηγής λειτουργούσε και «κρυφό σχολειό», που σήμερα είναι επισκέψιμο.

δείτε επίσης

homemenuDiamerismata